Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

[ch.6] Η πρώην

(εντ οφ πρίβιους τσάπτερ ον Ξύπνα…κουνούπι!): ο Μαρίνος κάθεται στο γραφείο του κρατώντας στα χέρια του το βραβείο που επάξια έχει κερδίσει ο Ηλίας. Το κοιτάει με απορία και αναρωτιέται με ποιο τρόπο κατάφερε να το κερδίσει. Τότε, με ένα περίτεχνο φλας φόργουαρντ, ο συγγραφέας διαλύει την αγωνία του αναγνώστη αποκαλύπτοντας τα πάντα. Ή, σχεδόν τα πάντα. Καθώς υπάρχουν πράγματα που αποκρύφτηκαν σκόπιμα, για να κάνουν τον αναγνώστη να επιστρέφει συνεχώς και να τα ανακαλύπτει. Μάλιστα, για λόγους μάρκετινγκ, τις προηγούμενες μέρες έλαβε χώρα ανώνυμη, ποσοτική έρευνα αγοράς, με σκοπό να απαντήσει ακριβώς σε αυτό: «ποια αναπάντητα ερωτήματα βασανίζουν τους αναγνώστες του μυθιστορήματος;». Τα ευρήματα ήταν φυσικά τα αναμενόμενα: πώς είναι το γραφείο που κάθεται ο Μαρίνος; Είναι ξύλινο; Είναι πλαστικό; Είναι έπιπλο; Ή μήπως πρόκειται για ξεχωριστό δωμάτιο του σπιτιού (σατανικό!);

Ε, λοιπόν, ναι. Το γραφείο που καθόταν ο Μαρίνος ήταν από σκούρο ξύλο τριανταφυλλιάς. Κατά μήκος της πλάτης του υπήρχε μια ραφιέρα, φτιαγμένη από το ίδιο ξύλο και φορτωμένη με σκονισμένα βιβλία. Τα περισσότερα ήταν παλιά, χοντρά και  δερματόδετα. Έμοιαζαν να κουβαλάνε τη βαριά ιστορία των προηγούμενων ετών. Άλλα, πάλι, φαίνονταν πιο νέα. Οι γραμματοσειρές τους σου έκλειναν το μάτι και θαρρούσες πώς αν τα άνοιγες, το χαρτί τους θα μύριζε ακόμη τυπογραφείο. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μόνο η λάμπα του γραφείου έφεγγε, κάνοντας το χρυσό βραβείο να λάμπει στο σκοτάδι. Το διπλό κρεβάτι, δίπλα από το γραφείο, ήταν ανάστατο. Τα μαύρα σεντόνια και το λεπτό φούξια πάπλωμα είχαν γίνει ένα μεγάλο κουβάρι, χωρίς να έχουν αποφασίσει αν μαλώνουν ή αν ερωτεύονται. Τα μισάνοιχτα φύλλα της ντουλάπας σε καλούσαν να κρυφοκοιτάξεις μέσα. Να μυρίσεις τα τσαλακωμένα πουκάμισα και να ψαχουλέψεις τα μπερδεμένα παντελόνια στα συρτάρια. Τα πεταμένα παπούτσια στο πάτωμα, έψαχναν απεγνωσμένα το ταίρι τους για να κουρνιάσουν δίπλα του εκείνη την παγωμένη, φθινοπωρινή νύχτα. Και έτσι όπως καθόταν σιωπηλός ο Μαρίνος, για ένα πράγμα μπορούσες να είσαι σίγουρος. Ότι πρόκειται για έναν πολύ, μα πάρα πολύ, ακατάστατο άνθρωπο.

Εκείνη ακριβώς τη απόλυτα ποιητική στιγμή, βρήκε να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας, κάνοντας το Μαρίνο να επιστρέψει απότομα από τις σκέψεις του. Την ίδια ακριβώς στιγμή, το Φυστίκι αποφάσισε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του κουδουνιού και να δώσει το δικό του ρεσιτάλ σε φα δίεση. Ο Μαρίνος αναγκάστηκε να σηκωθεί μουρμουρίζοντας και να κατευθυνθεί σέρνοντας τις παντόφλες-αρκουδάκια του ως την πόρτα του διαμερίσματός του. Αυτή τη φορά, δεν είχε σκοπό να κάνει το Φιστίκι να σκάσει και απλώς άνοιξε την πόρτα κοιτάζοντας το πάτωμα βαριεστημένα. Δύο μαύρες γόβες ξεπρόβαλαν κάνοντας τον να ακολουθήσει τη γραμμή των καλαμιών, να μετρήσει τους μηρούς, τους γοφούς και τη μέση που διέγραφε το γκρι ταγιέρ και να σταματήσει έκπληκτος στα δύο μεγάλα μάτια που τον κοίταζαν αγανακτισμένα. Αφού γούρλωσε τα δικά του, νυσταγμένα μάτια, όσο δεν πήγαινε άλλο, είπε γεμάτος απορία:         
- Στέλλα; Καλά, πώς είσαι έτσι ντυμένη;
- Μετά από τόσο καιρό που έχεις να με δεις, αυτό βρήκες να πεις; Φιστίκι; Είπε η Στέλλα, κοιτώντας το μικρό, λευκό πατσαβουράκι και έβαλε τα γέλια. Είχα ξεχάσει πόσο σπαστικός μπορεί να γίνει όταν γαβγίζει! Έπειτα, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε γεμάτη χάρη στο σαλόνι και θρονιάστηκε στο μαλακό, λουλουδάτο και χρωματιστό καναπέ που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του σαλονιού, κάτω από έναν μακρόστενο χρωματιστό και εντελώς αφηρημένο πίνακα.
- καλά, λοιπόν, πέρνα. Είπε γκρινιάζοντας ο Μαρίνος και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Στο σημείο αυτό, υπάρχει μεγάλος φόβος να προκύψουν δομικά ερωτήματα στους αναγνώστες. Για το λόγο αυτό, πρέπει οπωσδήποτε να ορίσουμε με ακρίβεια το χώρο που βρίσκονται οι δύο πρωταγωνιστές μας. Δηλαδή το σαλόνι. Το πρόβλημα που προκύπτει, όμως, είναι το εξής: υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικοί τύποι αναγνωστών. Αυτοί που έχουν την εντύπωση ότι διαθέτουν μεγαλύτερη φαντασία από το συγγραφέα και οπότε αγνοούν επιδεικτικά τις σαφείς και λεπτομερείς περιγραφές του, επιμένοντας να σχηματίζουν στο μυαλό τους μία εντελώς δική τους εικόνα. Αυτοί που έχουν όλη την καλή διάθεση να φανταστούν το χώρο όπως τον περιγράφει ο συγγραφέας, τα καταφέρνουν για λίγο, αλλά μετά τοποθετούν τους ήρωες σε κάτι πιο οικείο, π.χ. στο δικό τους το σαλόνι, για να μην κουράζονται. Και τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που βαριούνται μέχρι θανάτου να διαβάζουν περιγραφές χώρων, θεωρούν ότι ο συγγραφέας τις έχει βάλει εκεί για να προσθέσει σελίδες και να κερδίσει περισσότερα χρήματα και άρα πιστεύουν ότι έχουν κάθε δικαίωμα να πηδάνε ολόκληρες παραγράφους, αφήνοντας τους ήρωες σύξυλους στον απόλυτα κενό χώρο. Όπως και να έχει, φανταστείτε τώρα δύο ήρωες να βρίσκονται ταυτόχρονα: στο σαλόνι που περιγράφει ο συγγραφέας, στο σαλόνι που φαντάζονται κάποιοι από εσάς, στο σαλόνι του σπιτιού κάποιων από εσάς και στο απόλυτο κενό που θα τους αφήσουν κάποιοι άλλοι από εσάς. Νομίζω ότι οι συγκεκριμένοι ήρωες δεν αξίζουν αυτή τη μεταχείριση, γι’ αυτό το λόγο παρατίθεται η ακριβής φωτογραφία του χώρου, την οποία παρακαλείσθε να σεβαστείτε από εδώ και πέρα, απόλυτα. 


Η Στέλλα έχει σχεδόν βουλιάξει, στο λουλουδάτο, μαλακό καναπέ και το Φιστίκι την έχει πλησιάζει και μυρίζει παθιασμένα τις γόβες της εναλλάξ. Ο Μαρίνος αποφασίζει ότι θα ήταν ευγενικό να της κάνει για λίγο παρέα και να τη ρωτήσει πού χάθηκε από τότε που την παράτησε ο γείτονάς του. Μεταξύ μας, όμως, το μόνο που τον ενδιέφερε πραγματικά –πριν από το να ξεκουμπιστεί από το χρωματιστό, κεφάτο σαλόνι του-  ήταν να μάθει τι ακριβώς έκανε στο χρωματιστό, κεφάτο σαλόνι του. Έτσι, σταύρωσε τα πόδια του, έγειρε μπροστά τον κορμό του και ένωσε τα χέρια του πάνω στο γόνατό του. Έπειτα, κουνήθηκε ελαφρά μπρος και πίσω, χαμογέλασε αμήχανα και ρώτησε χαμογελώντας:
- και για πες… τι έκανες τόσο καιρό;
Η Στέλλα ενθουσιάστηκε με την ερώτηση του Μαρίνου, άπλωσε τα χέρια της στον αέρα για να τα ξεμουδιάσει ώστε να μπορεί να τα κινεί έντονα καθώς είχε σκοπό να τα αναγκάσει να συνοδεύουν τις εκφράσεις του προσώπου της. 

Φίλε, αναγνώστη διακόπτουμε για ακόμη μία φορά την κανονική ροή του συγγράμματος, για να σε ενημερώσουμε ότι πρόκειται να ακολουθήσει ένας μακρύς, βαρετός και ενοχλητικός, γυναικείος μονόλογος.

-Λοιπόν, το ότι ο άχρηστος και ακατανόμαστος με χώρισε, το ξέρεις. Εκεί που περίμενα ωραία και καλά το μονόπετρο, τελικά μου ξεφούρνισε κάτι του τύπου «σ’ αγαπάω τόσο πολύ που δεν μπορώ να σου το κάνω αυτό. Καλύτερα να χωρίσουμε». Πέρασαν μήνες μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Καμία φορά, βέβαια, ξεχνάω την αιτιολογία στην οποία κατέληξα μετά από ατελείωτες ώρες αναλύσεων με τις φίλες μου, τη μάνα μου και τον ψυχολόγο μου –τον αδερφό μου δηλαδή. Αλήθεια πού στο διάολο είχα καταλήξει; Α, σου είπα ότι αδερφός μου πήρε το πτυχίο του, ε; Είναι εδώ για το μεταπτυχιακό του! Πιστεύω ότι θα γίνει εξαιρετικός ψυχολόγος. Το έχει βρε παιδί μου. Είναι φοβερός. Όχι επειδή είναι αδερφός μου, αλλά πιστεύω ότι είναι καταπληκτικός επιστήμονας! Εντάξει, επειδή είναι αδερφός μου τα λέω. Στην πραγματικότητα απορώ γιατί αυτό το παιδί έγινε ψυχολόγος... Δεν έχει ιδέα για τίποτα. Καμιά φορά νομίζω ότι δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους. Άλλες πάλι είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν είναι ούτε ο ίδιος άνθρωπος. Πιστεύεις ότι θα έπρεπε να του κάνω κρυφά τεστ ντι-εν-έι; Πολύ φοβάμαι ότι μπορεί να χρησιμοποιεί αρσενικό αντί για φώσφορο, σαν το εξωγήινο βακτήριο που βρήκε η ΝΑΣΑ στη λίμνη Μόνο. Γιατί μη νομίζεις, μαθαίνω και εγώ τι γίνεται στον κόσμο. Όχι, δεν ενδιαφέρομαι μόνο για τα νύχια μου και τις ανταύγειες μου… ακούς εκεί, τώρα που το θυμήθηκα, ενδιαφέρομαι, λέει, μόνο για τα νύχια μου και τις ανταύγειες μου… άσχετο, αλλά γι’ αυτό με κατηγόρησε μια άσχετη στη δουλειά. Α, τώρα που είπα δουλειά., πήρα τη θέση του Ηλία στην εταιρία. Ναι, τουλάχιστον κάτι καλό βγήκε από αυτή την ιστορία! Έλαβα ένα γράμμα πριν από ένα χρόνο. Λίγο μετά από τότε που ο αχαΐρευτος αποφάσισε να κοιμηθεί λίγο πιο βαριά από ό,τι συνήθως… δεν θυμάμαι τώρα πότε ακριβώς, όχι ότι έχει και ιδιαίτερη σημασία, αλλά τι έλεγα; Ναι, έλαβα ένα γράμμα γραμμένο από τον ίδιο, γιατί το έψαξα με δικηγόρο, είναι γνήσιο το γράμμα, δεν είμαι χαζή! Στο γράμμα λοιπόν, μου έγραφε ότι το σπίτι, το σπίτι αυτό εδώ, δίπλα σου που αγόρασε πριν χωρίσουμε για να του κάνω δύο παιδιά… αυτό το κωλόσπιτο λοιπόν, μπορούσε να γίνει δικό μου, αν κατάφερνα να προσληφθώ στην εταιρία που δούλευε και να τον αντικαταστήσω για έναν ολόκληρο χρόνο. Σιγά το δύσκολο! Μα τι δουλειά νόμιζε ότι έκανε και δεν θα μπορούσα να την κάνω; Θα μας τρελάνει; Σου λέω ξεκάθαρα ότι έκανε την πιο βαρετή και χαζή δουλειά του κόσμου. Νόμιζα ότι θα πεθάνω εκεί μέσα! Απορώ πώς άντεχε! Αυτή η δουλειά είναι τόσο βαρετή, που μπορεί να σκοτώσει ακόμη και δημόσιο υπάλληλο! Για να μη σου πω για τον τύπο που κάθεται μαζί μου στο γραφείο. Όχι, άσε, δεν σου λέω! Θα αυτοκτονήσεις και σε χρειάζομαι για τη  μετακόμιση. Ναι , καλά άκουσες! Ο ένας χρόνος πέρασε και το σπίτι είναι δικό μου! Μετακομίζω σε λίγες μέρες δίπλα σου! Μαζί με τον αδερφό μου βέβαια, αλλά δεν είναι τέλειο; Το σπίτι είναι δικό μου! Απολύτως δικό μου! Αυτά. Εσύ, τι άλλα;

Αν ο Μαρίνος πρωταγωνιστούσε σε ταινία κινούμενων σχεδίων, αυτή τη στιγμή τα μάτια του θα ήταν στρογγυλά και μέσα του θα βλέπαμε μια κινούμενη δίνη. Αν πάλι του ανοίγαμε το κεφάλι και παρατηρούσαμε τα εγκεφαλικά του κύτταρα με μικροσκόπιο, θα βλέπαμε ότι τα λιγοστά που είχαν παραμείνει στη θέση τους και δεν είχαν προλάβει να τραπούν σε άτακτη φυγή, είχαν τώρα υψώσει μεγάλα πανό διαμαρτυρίας διεκδικώντας τα κυτταρικά τους δικαιώματα, με αφορμή πάντα το βασανιστήριο που είχαν μόλις υποστεί. Αφού τίναξε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, κηρύσσοντας παράνομη την απεργία των εγκεφαλικών του κυττάρων και αναγκάζοντάς τα επιστρέψουν στις θέσεις τους, αποφάσισε να μην κάνει κανένα σχόλιο. Έπειτα, αποφάσισε ότι ούτε σε σαπουνόπερα των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι τριών επεισοδίων έπαιζε, οπότε θα ήταν καλό για την πλοκή να αποκάλυπτε τώρα στην Στέλλα ότι κι εκείνος είχε λάβει ένα αντίστοιχο γράμμα. Όπως είπε στη Στέλλα, στο δικό του γράμμα, ο Ηλίας του ζητούσε να αναλάβει την κηδεμονία του πιο σπαστικού σκύλου στον κόσμο, με αντάλλαγμα να κρατήσει το ολοκαίνουριο αυτοκίνητό του. Αφού κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλούν, έπειτα ο Μαρίνος αποφάσισε να σηκωθεί, να πάει στην κουζίνα και να επιστρέψει με δύο ποτήρια λευκό κρασί.

Εντωμεταξύ, το Φιστίκι ηδονιζόταν συνεχίζοντας να μυρίζει μία την αριστερή και μία τη δεξιά γόβα της Στέλλας, μην μπορώντας να αποφασίσει ποια από τις δύο γουστάρει περισσότερο. Λογικό.
Ο Μαρίνος ακούμπησε τα δύο ποτήρια στο τραπεζάκι του σαλονιού και έκατσε ξανά στη θέση του, αμίλητος και σκεπτικός. Έπειτα, πήρε το ποτήρι του, ήπιε μια γουλιά κρασί και επέστρεψε στην πραγματικότητα για να εξετάσει τα δεδομένα, ξεκινώντας από τα πολύ θετικά προς τα καθόλου θετικά. Ο μονόλογός της Στέλλας είχε τελειώσει. Το Φιστίκι είχε αφήσει ήσυχες τις παντόφλες-αρκουδάκια του. Ο Ηλίας είχε δώσει το σπίτι του στη Στέλλα, με την προυπόθεση να εργάζεται για τουλάχιστον ένα χρόνο στην εταιρία Φουγάρο Α.Ε. και μάλιστα στη θέση του. Ο ίδιος είχε αναλάβει να φροντίζει ένα σκύλο που έσπαγε τα νεύρα σε όλον τον κόσμο -ακόμη και ο Ηλίας δεν τον συμπαθούσε καθόλου- με αντάλλαγμα ένα αυτοκίνητο. Επίσης, ήταν ο νόμιμος παραλήπτης της αλληλογραφίας του Ηλία και μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε λάβει το δέμα που περιείχε το βραβείο του Ηλία! Μα πώς είχε καταφέρει να το ξεχάσει αυτό; Ενθουσιάστηκε που τα εγκεφαλικά του κύτταρα αποφάσισαν να τον συγχωρήσουν για το βασανιστήριο του μονολόγου και να συνεργαστούν, θυμίζοντάς του αυτή την τόσο σημαντική πληροφορία! Δεν έχασε λεπτό. Άφησε με μιας το ποτήρι του στο τραπεζάκι και πετάχτηκε πάνω. Καθώς έλεγε στη Στέλλα ότι δεν του έφταναν όλα, αλλά ανακάλυψε και ότι ήταν κι ο νόμιμος παραλήπτης της αλληλογραφίας του Ηλία, κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρά του για να φέρει το βραβείο και να της το δείξει. Επέστρεψε μετά από πολύ λίγο, κρατώντας το στα χέρια του και της είπε με μία δόση ειρωνείας στο λόγο του:
- κοίτα εδώ! Να, δεν σου λέω ψέματα! Παιδί μου, κέρδισε το βραβείο του καλύτερου υπαλλήλου της χρονιάς! Πώς στο διάολο τα κατάφερε; Μπορείς να μου πεις;
-φυσικά. Η Στέλλα απάντησε με απόλυτη φυσικότητα αφήνοντας το Μαρίνο με ανοιχτό το στόμα. Ο Μαρίνος προφανώς και δεν περίμενε αυτήν απάντηση. Η Στέλλα συνέχισε να του εξηγεί, διατηρώντας το ύφος της απόλυτης φυσικότητας στο πρόσωπό της.
-ξέρω πολύ καλά γιατί έλαβε αυτό το βραβείο. Όπως σου είπα, τον αντικαθιστώ στην εταιρία. Άσε που αυτό το βραβείο έχει γίνει ανέκδοτο στους ορόφους!
Η Στέλλα άρχισε να γελά ασταμάτητα και έκανε νόημα στο Μαρίνο να κάτσει για να του πει. Ο Μαρίνος έκατσε πάλι στη θέση του, κρατώντας το βραβείο και άρχισε να χαχανίζει αμήχανα, καθώς έβλεπε ότι η Στέλλα περνούσε καλά γελώντας με μία πληροφορία που δεν είχε ο ίδιος, αλλά μόνο εκείνη. Περίμενε λίγο να σταματήσει για να τη μοιραστεί μαζί του. Μάταια. Η Στέλλα συνέχισε να γελά και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Μαρίνος, άρχισε να γελά κι εκείνος, αλλά από τα νεύρα του. Έπειτα, σταμάτησε απότομα και της φώναξε:
- τι θα γίνει τώρα, θα μου πεις;
Η Στέλλα σταμάτησε αμέσως και τον κοίταξε φοβισμένη. Παύση.

Και τώρα λοιπόν, η Στέλλα βολεύεται στη θέση της, σταυρώνει τα χέρια της μπροστά από το δεξί της γόνατο και χαμογελά με μία ελαφρά δόση κακίας στο ύφος της. Το Φιστίκι, συνεχίζοντας να βρίσκει πιο ενδιαφέρουσες τις μαύρες γόβες της από το γκρι, ξεφτισμένο αρκουδάκι-παντόφλα του Μαρίνου, αποφασίζει ότι η καλύτερη είναι σαφώς η αριστερή και ξεκινά να κάνει τη δουλειά του ενώ φαντασιώνεται μια νεαρή, μαύρη και καθόλου ξεμαλλιασμένη πατσαβούρα. Ο Μαρίνος, εκστασιασμένος που θα εισχωρήσει, επιτέλους, ακόμη βαθύτερα στη μυστική ζωή του γείτονά του, ανακάθεται και ενώνει τις δύο παλάμες του μπροστά από το στόμα του, ενώ ένα πονηρό γελάκι ξεφεύγει από το στόμα του. Ναι, έχει έρθει η στιγμή να αποκαλύψει η Στέλλα, με κάθε λεπτομέρεια, στο Μαρίνο, το λόγο για τον οποίο ο Ηλίας βραβεύτηκε ως καλύτερος υπάλληλος της χρονιάς!

Όμως, από όσο θυμάμαι, εμείς τον ξέρουμε ήδη. Οπότε τι κάνουμε; Γιατί, αν ας πούμε τώρα παρακολουθούσαμε μία ταινία σε DVD, πολύ απλά θα πατούσαμε το φαστ φόργουαρντ και θα προχωρούσαμε τη σκηνή. (Αν σκέφτεστε έτσι, τι να σας πω… περιμένετε να ολοκληρωθεί το σύγγραμμα, να βρεθεί εκδότης, να γίνει μπεστ σέλερ, να το ανακαλύψει παραγωγός και να γίνει ταινία). Στην παρούσα φάση, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να περιμένουμε υπομονετικά την Στέλλα να ολοκληρώσει την εξιστόρησή της και έπειτα, να πιάσουμε την ιστορία ακριβώς από εκεί που την αφήσαμε. Ο φίλος αναγνώστης έχει δύο επιλογές: είτε να επιστρέψει στο προηγούμενο κεφάλαιο και να ξαναδιαβάσει την ιστορία που αφηγείται αυτή τη στιγμή η Στέλλα, είτε να διαβάσει παρακάτω μερικές άχρηστες πληροφορίες που παραθέτω, για να σκοτώσω το χρόνο μας:

Εκνευρίζομαι κάθε φορά που βλέπω την αεροσυνοδό να επιδεικνύει τις κινήσεις που πρέπει να θυμηθώ να κάνω σε περίπτωση –φτου, φτου, φτου- ανάγκης, λες και πρόκειται για το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Οφείλω να ομολογήσω ότι περισσότερο με αγχώνει το τράβηγμα της μάσκας του οξυγόνου. Μάλιστα, διάβασα ότι αν χαθεί η πίεση της καμπίνας του αεροπλάνου, ο επιβάτης μπορεί να διατηρήσει τις αισθήσεις του για μόλις 18 δευτερόλεπτα! Και ρωτώ ευθέως την κυρία αεροσυνοδό: τι θα γίνει αν τραβήξω τη μάσκα και δεν λειτουργήσει; Και, πόσο δυνατά είναι αυτό το «τραβήξτε δυνατά τη μάσκα οξυγόνου που θα πέσει πάνω από το κάθισμά σας και συνεχίστε να αναπνέεται κανονικα;». Και τέλος, αισθάνομαι ότι είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα το κάνω λάθος!
Ο ψυχίατρός μου, μου λέει ότι πάσχω από «αεροφοβική ασφυξία της γέννας» (πρόκειται μάλλον για δικό του όρο για να μου τρώει τα λεφτά, γιατί το έψαξα στο γκούγκλ και δεν βρήκα καμία αναφορά!). Τελοσπάντων, εκείνος κάθε φορά που το αναφέρω, σηκώνεται από τη δερμάτινη καρέκλα του, ακουμπάει τα γυαλιά της πρεσβυωπίας του στο γραφείο και μου λέει με μία μόνο ανάσα: όταν γεννηθήκατε, δεν αναπνεύσατε κατευθείαν ενώ η ταυτόχρονη προσπάθεια αποσυμπίεσης και το συναίσθημα του να νιώθει κανείς μετέωρος μετά τη βίαιη αρπαγή του από τον οικείο χώρο της μήτρας σάς οδήγησε μαθηματικά στο να τρομοκρατείστε κάθε φορά αν όχι περισσότερο έντονα τότε το ίδιο έντονα στην ιδέα της έλλειψης του οξυγόνου που προκύπτει κυρίως σε καταστάσεις που μοιάζουν με αυτές της γέννας (ουφ). Μια τέτοια κατάσταση είναι και η πτήση ενός αεροπλάνου! Όσο άχρηστη κι αν είναι η παραπάνω θεωρία του, πιστεύω ότι αν καταφέρω την πω κι εγώ με μία ανάσα, θα ξεπεράσω αυτόματα το πρόβλημά μου.

Περνάω σε κάτι πιο ελαφρύ τώρα. Φίλε Κριέ, η Αφροδίτη και ο Κρόνος συναντώνται αυτή τη εβδομάδα στον 5ο σου οίκο και θα κατσικωθούν εκεί για όλο το μήνα. Μη βιαστείς να τους ζητήσεις ενοίκιο, μιας και ενδέχεται να σου γυρίσει μπούμερανγκ φέρνοντας απρόοπτα έξοδα στα τέλη της εβδομάδας. Προσοχή σε πρόσωπα από το παρελθόν που άλλα τάζουν και άλλα έχουν στο μυαλό τους. Τυχεροί αριθμοί: 6,23,8,41,12 και τζόκερ το 13.

Αν είστε ακόμη εδώ, από ό,τι βλέπω η Στέλλα τελείωσε με την εξιστόρησή της και χαϊδεύει τώρα το Φιστίκι. Νομίζω ότι και το Φιστίκι τελείωσε αυτό που έκανε. Όχι, δεν νομίζω απλά. Τα ευρήματα στον καναπέ θα οδηγούσαν ακόμη και τον Οράτιο του Σι Ες Άι (CSI), να δηλώσει επιδεικνύοντας το καλό προφίλ του, πώς είναι εντελώς βέβαιος.  

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

[ch.5] Η μάχη της πράσινης, εργονομικής καρέκλας.

Ο φάκελος αποκάλυψε μία χρυσή πλακέτα με χαραγμένα γράμματα. Ο Μαρίνος σούφρωσε τα φρύδια του γεμάτος απορία και άρχισε να διαβάζει την πλακέτα από πάνω προς τα κάτω: ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ. Απονέμεται στον Ηλία Δ. Παρτόλιο για τη συμβολή του στην αύξηση της παραγωγικότητας της εταιρίας Φουγάρο Α.Ε.. Βρε τον Ηλία, σκέφτηκε, κοίτα να δεις που αυτό το παιδί κατάφερε να πάρει και βραβείο. Μα πώς, αναρωτήθηκε, αφού αυτός βαριότανε που ζούσε. Πώς κατάφερε να πάρει βραβείο παραγωγικότητας, αφού το πιο παραγωγικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ήταν  –στην καλύτερη περίπτωση- να μη σηκωθεί καθόλου από το κρεβάτι του; Αν και η απάντηση δεν βρισκόταν πολύ μακριά από αυτή τη σκέψη, η απορία του επρόκειτο να λυθεί πολύ σύντομα, καθώς σε λίγα λεπτά θα χτυπούσε το κουδούνι στης εξώπορτάς του. Έπειτα, το Φιστίκι θα γάβγιζε μανιωδώς –ως συνήθως- και ο Μαρίνος θα άνοιγε την πόρτα στην πρώην του Ηλία, για να του δώσει την απάντηση.

Όμως, επειδή όπως είπαμε ο χρόνος είναι εντελώς σχετικός και στην πραγματικότητα δεν έχουμε ιδέα πότε ακριβώς θα χτυπήσει το κουδούνι, ο φίλος αναγνώστης δεν οφείλει σε κανέναν να περιμένει επ’ αόριστον την εξιστόρηση της πρώην. Μπορεί λοιπόν, πρώτα να μάθει το λόγο που πήρε το βραβείο ο Ηλίας και μετά να ενημερωθεί κανονικά για την άφιξη της, το τι φορούσε, πώς ήπιε τον καφέ της και ποιο από τα δύο πόδια της χρησιμοποίησε το Φιστίκι για να κάνει τη δουλειά του (δηλ. για ό,τι θα έκανε σε ένα θηλυκό της ράτσας του).

Ο Ηλίας, λοιπόν, δούλευε σε μία ναυτιλιακή εταιρία. Το γραφείο του βρισκόταν στο κέντρο του δεύτερου ορόφου και ναι μεν ήταν ένα παραλληλόγραμμο κουτί, είχε όμως σε δύο από τις πλευρές του τζαμαρία, επιτρέποντας στους συναδέλφους του να παρακολουθούν λεπτομερώς τις κινήσεις του. Μπορούσε, βέβαια, να κλείσει τα στόρια, όμως κάτι τέτοιο θα έβρισκε εντελώς αντίθετο τον συνάδελφο με τον οποίο μοιραζόταν το γραφείο-κουτί. Ο συνάδελφός του, σε αντίθεση με τον ίδιο, ήταν ένας κυκλοθυμικός, εργασιομανής μεσήλικας που παρά τις συνεχείς προσπάθειές του, δεν είχε καταφέρει να ανέβει στην ιεραρχία. Επέμενε, παρόλα αυτά, να έχει τα στόρια πάντα ανοιχτά ώστε να βλέπουν όλοι ότι δουλεύει χωρίς να σηκώνει κεφάλι.

Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που όλες οι καρέκλες της εταιρίας αντικαταστάθηκαν με κάτι πράσινες, δερμάτινες και εργονομικές καρέκλες γραφείου, που (υποτίθεται ότι) κρατούσαν τη μέση και την πλάτη στη σωστή στάση, ξεκούραζαν τους ώμους και έκαναν ελαφρύ μασάζ στη σπονδυλική στήλη. Και ενώ, όλοι στην εταιρία Φουγάρο Α.Ε. παρέλαβαν από μία τέτοια πράσινη, εργονομική καρέκλα, στο δικό τους το γραφείο παραδόθηκε μονάχα μία. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ξεκίνησε ένας ατέλειωτος πόλεμος για το ποιος από τους δύο ήταν ο δικαιούχος της πράσινης, εργονομικής καρέκλας. Αφού, λοιπόν, ο ένας έβρισε τη μάνα του άλλου και ο άλλος περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τι θα έκανε στην αδερφή του πρώτου, αποφάσισαν να χρησιμοποιούν την πράσινη, εργονομική καρέκλα, εναλλάξ. Η λύση αυτή βρήκε απρόσκοπτη εφαρμογή μονάχα τις πρώτες πέντε μέρες. Μετά τη μεσολάβηση του Σαββατοκύριακου, όμως, ξεκίνησε μία νέα διαμάχη καθώς κανείς τους δεν θυμόταν με σιγουριά ποιανού σειρά ήταν να κάτσει στην πράσινη, εργονομική καρέκλα. Εκείνη ακριβώς ήταν η Δευτέρα που έπεσαν τα πρώτα στοιχήματα. Έκτοτε, κάθε πρωί στις εννέα ακριβώς, οι εργαζόμενοι στην εταιρία Φουγάρο Α.Ε., έπαιρναν τον εσπρέσο τους από το αυτόματο μηχάνημα στον ημιώροφο και την έστηναν έξω από το γραφείο του Ηλία, βάζοντας στοιχήματα για το ποιος θα κέρδιζε τη μάχη της πράσινης, εργονομικής καρέκλας. Το θέαμα είχε τόση ένταση και τα στοιχήματα προσέφεραν τόση αγωνία, που μέχρι και ο διευθυντής της εταιρίας κόλλησε –μεταξύ μας, πρόκειται για γνωστό τζογαδόρο του Πειραιά του οποίου σκόπιμα δεν αναφέρεται το όνομα. Συνέπεια της μάχης της πράσινης, εργονομικής καρέκλας ήταν να περνούν όλοι περίπου μιάμιση ώρα καθημερινά, χωρίς να δουλεύουν. Φαντάζεστε λοιπόν, ότι το γεγονός και μόνο ότι ο Ηλίας απουσίαζε εδώ και ένα χρόνο ήταν αρκετό για να αυξηθεί ο δείκτης παραγωγικότητας της εταιρίας. Αυτό το γεγονός σήμαινε, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ο τίτλος του καλύτερου εργαζόμενου της χρονιάς τού άνηκε δικαιωματικά. 

Στο σημείο αυτό και κυρίως για να μην αρχίσει ο αναγνώστης να δυσανασχετεί που πιθανότατα –αν όχι σίγουρα- ο ίδιος δεν έχει λάβει ποτέ κανένα βραβείο επειδή κατάφερε να κάνει, με μεγάλη επιτυχία, το απολύτως τίποτα, οφείλω να διευκρινίσω το εξής: το βραβείο αυτό δεν συνοδευόταν από χρηματικό έπαθλο (βλ. μπόνους), προαγωγή, αύξηση, εταιρικό αυτοκίνητο, πληρωμένο κινητό τηλέφωνο με πλοήγηση στο ίντερνετ, ταξίδι στις Παρθένες Νήσους, μία βραδιά με τη γραμματέα, κοκ. Συνεπώς, αν ο φίλος αναγνώστης το επιθυμεί, μπορεί να προμηθευτεί ένα ολόιδιο από γνωστό κατάστημα πρωτότυπων αλλά υπερβολικά οικονομικών δώρων στο Μοναστηράκι (γιατί ο διευθυντής, εκτός από γνωστός τζογαδόρος του Πειραιά, που το όνομά του σκοπίμως δεν αναφέρεται ούτε εδώ, ήταν και πασίγνωστος τσιγκούνης).    

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

[ch.4] Ο νόμιμος παραλήπτης.

Ο νόμιμος παραλήπτης.

Επειδή ο χρόνος είναι, αποδεδειγμένα πλέον, εντελώς σχετικός και επειδή ο συγγραφέας άλλη δουλειά δεν είχε από το να σκέφτεται τι ακριβώς θα κάνει έναν υστερικό, καταναγκαστικό, γκρινιάρη, γκέι χασάπη με σύνδρομο του μεσαίου παιδιού, τον άφησε επί πολλές μέρες στον αέρα. Για κάποιο λόγο, πίστευε ότι έτσι θα τον ανάγκαζε να σκεφτεί ξανά τις επιλογές που είχε κάνει στη ζωή του (στο κάτω - κάτω, ποιος συγγραφέας έχει συναντήσει έναν γκέι χασάπη για να ξέρει πώς περίπου να αναπτύξει το χαρακτήρα του;).

Ο σκύλος παύλα ξεσκονόπανο βρίσκεται παγωμένος, με ανοιχτό το στόμα και το μόνο που λείπει για να σε νευριάσει είναι ο ήχος του γαβγίσματός του . Όχι. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, η φάτσα του και μόνο είναι αρκετή για να σου ανάψει τα λαμπάκια. Τα τρία του πόδια βρίσκονται στον αέρα και το ένα μπροστινό του ακουμπάει ελαφρά στο έδαφος, θυμίζοντας άλογο που καλπάζει στον ιππόδρομο. Τότε, τα πάντα ξεπαγώνουν χωρίς καμία προειδοποίηση. Ο γκέι χασάπης προσγειώνεται επιτέλους στο αριστερό του πόδι ενώ –σαν να μην έχει επανέλθει ακόμη στον πραγματικό χρόνο- συνεχίζει να πηδά σε σλόου μόσιον όμως. Ταυτόχρονα, φωνάζει σχεδόν συλλαβιστά το όνομα του σκύλου, ενώ η φωνή του παραμορφώνεται από την αργή κίνηση του χρόνου και θυμίζει τη φωνή του Νταρθ Βέιντερ, στον Πόλεμο των Άστρων.
- Φυ –στίιιι –κιιι!

Πιο μπροστά στο διάδρομο, το Φυστίκι προσγειώνεται σαστισμένο, βγάζοντας ένα πνιχτό γάβγισμα που καταλήγει σε κλάμα και φέρνει δύο, τρεις σβούρες γύρω από τον εαυτό του, προσπαθώντας να θυμηθεί τι ήθελε να κάνει.

Ο χασάπης, που επίσης δεν ξέρει τι έχει του συμβεί ώστε να νιώθει το σώμα του τόσο μουδιασμένο, σταματάει να φωνάζει και κοιτάζει γύρω του ψάχνοντας το κενό της μνήμης του. Το βλέμμα του συναντάει το βλέμμα του μικρού, ξεμαλλιασμένου πατσαβουριού. Το κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα και  πιστεύει ότι και το Φιστίκι έχει την ίδια απορία με τον ίδιο. Ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσει να πιστεύει ότι θα μπορούσαν να πιάσουν και συζήτηση, το κουδούνι της εισόδου της πολυκατοικίας, που βρισκόταν στο τέλος του γκρι, σκοτεινού διαδρόμου, χτύπησε επίμονα. Τότε, βρήκε ξεκάθαρα το κενό της μνήμης του: το Φιστίκι είχε πηδήξει από τα χέρια του για να γαβγίσει μανιωδώς σε έναν νεαρό και παραφορτωμένο κούριερ, που στεκόταν πίσω από το τζάμι της εισόδου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να το πιάσει ξανά στα χέρια του και να ανοίξει την πόρτα.

Το κουδούνι χτύπησε ακόμη μία φορά ενώ ο γκέι χασάπης έκανε νόημα στον κούριερ ότι τον έχει δει και άρχισε να κατευθύνεται προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Κατέβηκε τα τρία σκαλιά που συνάντησε στο τέλος του διαδρόμου ενώ το Φιστίκι αποφάσισε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να κηρύξει έναν ακόμη πόλεμο στις παντόφλες-αρκουδάκια του, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο το μουδιασμένο σώμα του να περιπατήσει. Μετά τις απαραίτητες κλοτσιές και τα χαρούμενα πηδηματάκι στον αέρα, ο γκέι χασάπης κατάφερε να ανοίξει επιτέλους την πόρτα.

Ο νεαρός κούριερ κρατούσε με το ένα χέρι του μία κούτα γεμάτη καφετί φακέλους. Με το δεξί του χέρι, είχε ξεχωρίσει έναν φάκελο και διάβαζε τώρα το όνομα που ήταν γραμμένο πάνω του.
- Καλησπέρα, από την εταιρία ταχέων μεταφορών «Ραν εν Σικ», είστε ο κύριος…

Ο συγγραφέας πίστευε ότι θα κατάφερνε να γράψει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα χωρίς να χρειαστεί να σπάσει το κεφάλι και τα νεύρα του ψάχνοντας για ένα αντρικό όνομα, που θα ταίριαζε ταυτόχρονα σε έναν μοντέρνο γκέι και σε έναν παραδοσιακό χασάπη. Βέβαια, η ευθύνη του ήταν μεγάλη μιας και το όνομα Φιστίκι για το σκύλο είχε αποδειχτεί ήδη γελοία επιλογή. Ας αναλογιστούμε όμως τις πιθανές επιλογές μας. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλά ελληνικά και ξένα ονόματα που θα ταίριαζαν σε έναν μοντέρνο γκέι ή σε έναν παραδοσιακό χασάπη ξεχωριστά. Ονόματα όπως Ρίκι, Τζόρτζ, Βασίλειος, Μάκης, Χριστόφορος, Μιχάλης… (οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι τελείως φανταστική), αλλά μόνο ένα όνομα θα μπορούσε να ταιριάζει και στα δύο: Μαρίνος.

-…Μαρίνος Γαλόνης; συνέχισε με τη λεπτή φωνή του ο κούριερ.
- Ο ίδιος! απάντησε χαρούμενα ενθουσιασμένος ο Μαρίνος ενώ ταυτόχρονα έσπαγε τη μέση του, προσπαθώντας να δημιουργήσει το ερωτικό κάλεσμα.
Ο νεαρός κούριερ συνέχισε να απαγγέλει με ρυθμό, χωρίς να δώσει καμία σημασία στο ερωτικό κάλεσμα του Μαρίνου.
- Έχω εδώ ένα φάκελο για εσάς, με αρχικό παραλήπτη τον κύριο Ηλία Δ. Παρτόλιο. Από ό,τι φαίνεται, έχει δηλώσει εσάς ως νόμιμο παραλήπτη σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, θανάτου ή αδυναμίας παραλαβής για οποιοδήποτε λόγο.
- Εμένα; είπε ο Μαρίνος δίνοντας ταυτόχρονα μία ακόμη κλωτσιά στο Φιστίκι, που τραβούσε με τα δόντια του την αριστερή παντόφλα-αρκουδάκι και συνέχισε. Δεν μου φτάνει που μου παράτησε το κοπρόσκυλο να το ταΐζω και να μου τρώει τις παντόφλες, θα παραλαμβάνω και την αλληλογραφία του τώρα; Τι είμαι εγώ, ε; Μου λες τώρα, τι είμαι εγώ;
- μάλιστα, είπε ο νεαρός κούριερ κοιτάζοντας για ακόμη μία φορά το όνομα πάνω στον καφετί φάκελο. Είστε ο κύριος που έχει δηλωθεί ως νόμιμος παραλήπτης της αλληλογραφίας του κύριου Ηλία Δ. Παρτόλιου, σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, θανάτου ή αδυναμίας παραλαβής για οποιοδήποτε λόγο.
- Εντάξει. Κατάλαβα. Δεν θα βγάλω άκρη. Ο Μαρίνος άρπαξε με το γνωστό σε όλους (γείτονες, συγγενείς, εργαζόμενους, πελάτες και πάει λέγοντας) ξινισμένο ύφος του το φάκελο και κοίταξε με δυσπιστία το όνομα που ήταν γραμμένο με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. Κάπως έτσι διαπίστωσε ότι πράγματι εκείνος ήταν δηλωμένος ως ο νόμιμος  παραλήπτης της αλληλογραφίας του γείτονά του σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, θανάτου ή αδυναμίας παραλαβής για οποιοδήποτε λόγο και αποδέχτηκε το ρόλο του.

Η ώρα ήταν περασμένη και το Φιστίκι τριγύρναγε μες στο διαμέρισμα ψάχνοντας μάταια για ένα ίχνος μυρωδιάς που να θυμίζει το λουρί του. Αν ο εγκέφαλός του το επέτρεπε, θα είχε καταφέρει να θυμηθεί ότι την τελευταία φορά που πήγε το λουρί του γαβγίζοντας στον Μαρίνο, εκείνος το είχε κρύψει τόσο καλά στα σκουπίδια, που αποκλείεται να το μύριζε τώρα, όσο κι αν προσπαθούσε.

Ο Μαρίνος από την άλλη, καθόταν στο γραφείο του και μετά από πολύωρη αντίσταση στην ανάγκη του να ψαχουλεύει την ζωή των άλλων, αποφάσισε ότι είχε κάθε δικαίωμα να ανοίξει το φάκελο που είχε παραλάβει. Στο κάτω - κάτω ήταν ή δεν ήταν ο νόμιμος παραλήπτης του Ηλία Δ. Παρτόλιου, σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, θανάτου ή αδυναμίας παραλαβής για οποιοδήποτε λόγο;  Η απόφασή του τον έκανε να χαμογελάσει σατανικά. Έτριψε τα δύο του χέρια και κούνησε τα δάκτυλά του συνωμοτικά. Κράτησε το φάκελο στα χέρια του. Τον μύρισε. Τον ζύγισε. Τον άκουσε. Μετά αναρωτήθηκε γιατί στο διάολο τα έκανε όλα αυτά και έσκισε το φάκελο με μανία. 

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

[ch.3] Όταν μεγαλώσω, θα γίνω ό,τι γουστάρω.

Όταν μεγαλώσω, θα γίνω ό,τι γουστάρω.

Η εικόνα είναι ασπρόμαυρη. Εκείνος είναι μικρούλης και πασαλειμμένος με κάτι σαν σοκολάτα. Φοράει μια ριγέ ναυτική μπλούζα και σκουρόχρωμη βερμούδα. Γελάει σατανικά και γεμίζει παιδική ικανοποίηση καθώς ξεμαλλιάζει με μανία την πορσελάνινη κούκλα της αδερφής του. Κάθεται κατάχαμα στο παιδικό δωμάτιο και τα πόδια του είναι γυμνά και βρώμικα σαν να έχει περπατήσει στο λασπωμένο δρόμο ξυπόλητος. Το κεφάλι του γυρνάει απότομα και κοιτάει για μια στιγμή σαστισμένος, σαν να του τράβηξα το χαλί κάτω από τα πόδια . Όχι, δεν είσαι ξυπόλητος γιατί είσαι φτωχός. Είναι γιατί έχεις κρύψει για ακόμη μια φορά τα παπούτσια σου με την ελπίδα να σε αφήσει η μαμά να φορέσεις τις ροζ μπαλαρίνες της αδερφής σου. Δεν θα τα καταφέρεις όμως ούτε αυτή τη φορά.

Σε αυτήν την παράγραφο το κασετόφωνο παίζει Nirvana και τα πόστερ στον τοίχο είναι κολλημένα με μία νέα μπλε αηδία σαν μασημένη τσίχλα, για τη διαφήμιση της οποίας επιστρατεύτηκε το μήνυμα: «Κόλλα το! Εμείς θα φέρουμε την επανάσταση!». Ο σχεδόν έφηβος πια γείτονας χοροπηδάει σαν μανιακός στο δωμάτιο φωνάζοντας: «Γιατί; Γιατί αυτές τις έκανες κορίτσια κι εμένα με έκανες έτσι; Γιατί; Θα σας δείξω εγώ!». Οι δύο αδερφές του –η μία μεγαλύτερη και η άλλη μικρότερη από τον ίδιο- στέκονται στην πόρτα του δωματίου και τον κοιτούν έχοντας ξεχάσει να κλείσουν τα στόματά τους. Η παράγραφος τελειώνει με τη μάνα του να προσπαθεί μάταια να τον καλοπιάσει και να τον πείσει πώς δεν είναι σωστό να φτιάξει ρούχο από το δέρμα των κοριτσιών της τάξης του,  όπως είδε κρυφά στη «Σιωπή των Αμνών».  

Στο σημείο που έχουμε βρεθεί τώρα, έχουν έρθει πάνω κάτω γιατί κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει αν το πιο σημαντικό γεγονός είναι η εκλογή του Μπιλ Κλίντον στην προεδρία της Αμερικής ή το ότι η Τζέρι Χάλι-Γουέλ των Σπάις Γκιρλς έπιασε ευθαρσώς τον κώλο του Πρίγκιπα Καρόλου της Αγγλίας. Βέβαια, η οικογένεια του γείτονα ένα θα θυμάται σαν πιο σημαντικό γεγονός από όλα. Το ότι μια Δευτέρα μεσημέρι, ο γείτονας μας επέστρεψε νωρίτερα από το σχολείο, φόρεσε το αγαπημένο του τζιν και ένα ροζ, κολλητό μπλουζάκι που δανείστηκε από την μικρή αδερφή του, γέμισε το σαλόνι με γκλίτερ και περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει από το χασάπικο. Ο μεσήλικας, κουρασμένος άντρας γύρισε το κλειδί στην πόρτα και άφησε την κοιλιά του να μπει πρώτη μέσα, κάτι που έκανε τα δέκα τελευταία χρόνια –περίπου από τότε που κατάλαβε ότι το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει να περιμένει τα μεσημέρια ήταν ένα καλό πιάτο φαί. Όλα τα μεσημέρια, εκτός από αυτό. Ο μεσήλικας, κουρασμένος άντρας στάθηκε στην είσοδο του σαλονιού, κοίταξε τον γιο του και αυτή τη φορά δεν αντέδρασε. Απλώς περίμενε να δει τι θα ακολουθήσει αφήνοντας τα χέρια του να ξεκουράζονται σταυρωμένα πάνω από το ύψος της κοιλιάς του. Ο γιος του δεν περίμενε αυτή την αντίδραση, γεγονός που τον οδήγησε να καθυστερήσει λίγο την έναρξη της παράστασης. Μετά από μια μακρόσυρτη, δραματική παύση ξεκίνησε:
- Ε, ναι λοιπόν! Είμαι γκέι! Είμαι αυτό που ακούς στην τηλεόραση και λες «εμένα ο γιος μου δεν είναι τοιούτος! Κι αν ήταν θα τον έσφαζα με τον μπαλτά!».  Κι αφού καθώς τα έλεγε αυτά, άπλωσε τα χέρια του μπροστά, τα τίναξε και έκανε τους πιο περίεργους μορφασμούς του κόσμου άρχισε τώρα να λικνίζει τους γοφούς του και συνέχισε:
- Για φέρε το μπαλτά σου να δούμε! Γιατί να ξέρεις γέρο, εγώ χασάπης δεν γίνομαι! Και μάλιστα, είμαι χορτοφάγος!
Ο πατέρας του έμεινε να τον κοιτάζει εκεί αφήνοντας το στόμα του να κρεμάσει. Εντάξει το γκέι. Αλλά το χορτοφάγος;

Την επόμενη ακριβώς χρονιά, ήρθε η ενηλικίωση. Η ενηλικίωση τον βρήκε να δακρύζει στην αίθουσα ενός σκοτεινού σινεμά καθώς παρακολουθούσε τον Τζακ να χάνεται μέσα από τα χέρια της Ρόουζ στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού. Ονειρεύτηκε να παραλαμβάνει εκείνος ένα όσκαρ για την συγκλονιστική ερμηνεία του στον Τιτανικό και πήρε ίσως τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής του. Θα δοκίμαζε την τύχη του στο σανίδι. Δύο εβδομάδες μετά, έφτασε μπροστά στο χασάπικο του πατέρα του. Κοίταξε την παλιά επιγραφή πάνω από τη τζαμαρία, πέρασε με αποφασιστικότητα το κατώφλι και στάθηκε μπροστά του. Ο πατέρας του άφησε τον μπαλτά να πέσει από το δεξί του χέρι, κοίταξε μια το κοτόπουλο πάνω στον ξύλινο πάγκο και μια το γιο του που στεκόταν μπροστά του και περίμενε την καταστροφή. Εκείνη τη στιγμή, ο γιος του τον κοίταξε με συγκατάβαση και δήλωσε: Οκ. Θα γίνω χασάπης.

Κατ.
Βάσει έγκυρων ψυχολογικών πηγών, όταν είσαι το παιδί σάντουιτς (aka το μεσαίο παιδί της οικογένειας), απολαμβάνεις αυτόματα το δικαίωμα να καταλήξεις μεγαλώνοντας ο υστερικός, καταναγκαστικός, γκρινιάρης και με έλλειψη αυτοπεποίθησης τύπος της διπλανής πόρτας. Αυτό, μεταξύ μας, το κατάφερες μια χαρά.

Εντάξει λοιπόν, τόση ώρα έχουμε αφήσει να περιμένει στον αέρα έναν υστερικό, καταναγκαστικό, γκρινιάρη, γκέι χασάπη που η αναμονή και το σύνδρομο του μεσαίου παιδιού μπορούν να τον κάνουν περισσότερο υστερικό, περισσότερο καταναγκαστικό και περισσότερο γκρινιάρη, γκέι χασάπη. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κατέβει και μάλιστα γρήγορα!  

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

[ch.2] O γείτονας.

O γείτονας.

Ο γείτονας είναι οπωσδήποτε γκέι (να θυμηθώ να ξεπατικώσω καινούριες γκέι φράσεις από το ιντερνέτ, γιατί ο τελευταίος γκέι φίλος μου εξαφανίστηκε πριν χρόνια). Φοράει ένα  παντελόνι πιτζάμας γεμάτο ανοιχτόχρωμες ρίγες σε αποχρώσεις του γκρι και του γαλάζιου. Ανάμεσα στις αναρίθμητες αυτές ρίγες καταφέρνει να ξεχωρίσει η πιο λεπτή ρίγα από όλες, μόνο και μόνο γιατί έχει πιο έντονο χρώμα. Είναι αυτό το μπλε που κοντεύει να γίνει πράσινο. Είναι το χρώμα του ωκεανού όταν τον κοιτάει κανείς το μεσημέρι από την Ιαπωνία. Το φανελάκι του δεν μπορώ να το δω ακόμη καθαρά γιατί στα χέρια του κρατάει ένα σκυλάκι. Είναι ένα λευκό, μαλλιαρό πατσαβουράκι, που μοιάζει απίστευτα χαζό και δύστροπο. Είναι σίγουρα το σκυλί που άφησε πίσω του αυτός ο τύπος που λιποθύμησε. Ο γείτονας το έχει πάρει αγκαλιά κρατώντας με την αριστερή παλάμη του τον ποπό του και με το δεξί του καρπό το στέρνο του. Ο τρόπος που στέκεται, ο τρόπος που κοιτάζει αλλά κυρίως ο τρόπος που σφίγγει τα χείλη του, δείχνει ότι δεν έχει αποφασίσει ακόμη αν του φταίει περισσότερο το ότι του έμεινε ο σκύλος αμανάτι ή το ότι τον έχω αφήσει όρθιο σε έναν παγωμένο διάδρομο από προχτές, μέχρι να δω τι θα τον κάνω. Και δεν είναι σίγουρος για τον έξης απλό λόγο: αρέσκεται να γκρινιάζει για όλα ούτως ή άλλως. Προσωπικά δεν τον συμπαθώ. Μπορώ να πω μάλιστα ότι έχει αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα. Είναι όμως εκεί και με κοιτάζει. Ο διάδρομος γύρω του δεν είναι καθόλου φωτεινός παρόλο που ο ήλιος δεν έχει δύσει ακόμη. Φταίει μάλλον το ότι τα τετράγωνα τζάμια στο βάθος του έχουν μαζέψει τόση σκόνη πάνω τους, που δικαιολογείται μόνο αν η τελευταία φορά που καθαρίστηκαν ήταν λίγο πριν παραδώσει ο εργολάβος την πολυκατοικία στους ιδιοκτήτες της. Γλάστρες δεν βλέπω, παρόλη την έκταση που έχει πάρει το οικολογικό κίνημα στις μέρες μας.  

Ξαφνικά, ο σκύλος πηδάει από τα χέρια του γείτονα, τρέχει πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο και γαυγίζει μανιωδώς, σαν να μην έτυχε ποτέ να του πουν ότι είναι πολύ μικρός για να τρομάξει κάποιον. Είναι όμως ενοχλητικός! Συνεχίζει να γαυγίζει λυσσασμένα κουνώντας απειλητικά το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά! Ο γείτονας, με μία μικρή καθυστέρηση, απλώνει τα χέρια του με χάρη, χαμογελά αμήχανα και προσποιείται ότι φωνάζει το σκύλο.
- Φιστίκι! Έλα εδώ Φιστίκι! Σταμάτα να γαυγίζεις! Κακό σκυλί! Φιστίκι είπα!

Όχι! Όχι! Αποκλείεται να λένε το σκύλο έτσι! Εκτός κι αν: άλφα, ο τύπος που είναι σε κώμα έχει μια δική του ιδέα για το χιούμορ. Βήτα, επισκέφτηκε αυτή τη σελίδα στο ιντερνετ που ξεκινάει κάπως έτσι: «Συγχαρητήρια! Αφού κοιτάξατε δεξιά κι αριστερά, επισκεφτήκατε κάθε κοντινό ή μακρινό καταφύγιο, στρατολογήσατε φίλους, γνωστούς ή ακόμη και το αφεντικό σας για να σας βρουν τον κατάλληλο, καταλήξατε αγκαλιά με αυτό το τετράποδο! Κάντε τώρα το επόμενο βήμα! Διαλέξτε του όνομα από το ευρετήριο μοναδικών, δροσερών και αστείων ονομάτων για σκυλιά!».   

Παρόλη την αξιόλογη αλλά αστεία προσπάθεια του γείτονα, ο σκύλος δεν σταματά να γαυγίζει αναγκάζοντας τον να κινηθεί πιο δραστικά. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου ή όλο χάρη στάση του έχει δώσει τη θέση της σε μία πιο δυναμική και ταυτόχρονα δραματική κίνηση. Αφού έχει προλάβει να κάνει μερικά μικρά και σχεδόν πηδηχτά βήματα μπροστά, σειρά έχει ένα μεγαλύτερο πήδημα που θα τον αναγκάσει να ρίξει όλο το βάρος του μπροστά κατά την προσγείωση. Τα χέρια του τώρα είναι απλωμένα μπροστά, με τους μύες του διαγράφονται καθαρά, προδίδοντας την ένταση της στιγμής ενώ το πρόσωπό του έχει σχεδόν κοκκινίσει αφήνοντας να βγει μια κραυγή αγωνίας από το διάπλατα ανοιχτό στόμα του, και αυτή ακριβώς η στιγμή νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη για να περάσουμε δραματικά σε ένα φλας μπακ της ζωής του. 

[ch.1] Να σηκωθεί κανείς ή να μη σηκωθεί;

Να σηκωθεί κανείς ή να μη σηκωθεί;

Να σηκωθεί κανείς ή να μη σηκωθεί; Αυτό ακριβώς και μόνο ήταν το ερώτημα που απασχολούσε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο τους νέους, δημιουργώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Ως απαρχή των αλυσιδωτών αντιδράσεων έχουν καταγραφεί οι εξής πιο σημαντικές: κάποιοι νέοι, επιλέγοντας να μη σηκωθούν, αργούσαν καταφανώς να φτάσουν το πρωί στη δουλειά τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ετήσιας παραγωγικότητας του πλανήτη. Αντίθετα, κάποιοι άλλοι, κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι που συνήθιζαν να μην κάνουν τον κόπο να εμφανιστούν καθόλου, αποφάσιζαν να σηκωθούν, φτάνοντας μάλιστα  πρώτοι από όλους στα γραφεία τους. Αυτό βέβαια, είχε ένα ακόμη χειρότερο αποτέλεσμα. Να καταναλώνεται περισσότερη ενέργεια άσκοπα, από όση υπήρχε στο γαλαξία σε περίσσευμα.

Η πτώση της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με την αύξηση της άσκοπης κατανάλωσης περισσευούμενης ενέργειας, ήταν ο λόγος που αποφασίστηκε, λίγο αργά όμως, να απαγορευτεί το συγκεκριμένο ερώτημα στους νέους και να παρθούν κατάλληλα μέτρα για την άμεση διακοπή των αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ως κατάλληλο μέτρο εγκρίθηκε παμψηφεί  ένας νόμος που όριζε ρητά ότι όλοι οι εργαζόμενοι, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, θα έπρεπε να προσέρχονται στο χώρο της εργασίας τους ακριβώς την ώρα που όριζε το συμβόλαιό τους. Ούτε ένα λεπτό αργότερα. Ούτε ένα λεπτό νωρίτερα.

Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι, για να γίνει ο παραπάνω νόμος πιο «κατανοητός» σε όλους, πάρθηκαν με τη σειρά τους άλλα μέτρα όπως: στους μεν ιδιωτικούς υπαλλήλους αφαιρούσαν μέρος του μισθού τους, κάθε φορά που αργούσαν έστω και ένα λεπτό, ενώ στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων θεωρήθηκε πιο πρέπον να θεσπιστεί το «Έξτρα Επίδομα του Επιδόματος Έγκαιρης Προσέλευσης στην Εργασία».

Τέλος, επειδή, παρόλη την προσπάθεια, τελικά βρέθηκαν κάποιοι που βρήκαν τα μέτρα αυτά ασαφή, αποφάσισαν να τα εφαρμόζουν κατά βούληση και άρα να αφαιρούν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά από τους μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων και να προσθέτουν ολοένα και πιο ακαθορίστου όγκου επιδόματα στους δημόσιους υπαλλήλους. Ο τρόπος που γινόταν αυτό ήταν με τα  γνωστά ερωτήματα – παραθυράκια όπως «βάσει ποιου συγκεκριμένου ρολογιού ελέγχουμε την ώρα προσέλευσης των εργαζομένων», ή «ποιος χώρος ακριβώς ορίζεται ως χώρος εργασίας, αν τους τίτλους ιδιοκτησίας του κτιρίου έχει και αρνείται να παραδώσει η εκκλησία» κ.λπ.  Ένα εντελώς ασήμαντο αποτέλεσμα, που αξίζει αναφερθεί καθαρά για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, ήταν να οδηγηθούμε σε ένα φαινόμενο που δεν ονομάστηκε ποτέ, αλλά απλώς περιγράφτηκε ως «κάτι περίπου σαν κρίση», «κάτι σαν λίγο πριν την ολοκληρωτική πτώχευση», «κάτι που ίσως φέρει κάτι χειρότερο».

Όλα αυτά βέβαια, αν και πολύ τους ενδιέφεραν όλους, δεν ενδιέφεραν καθόλου έναν. Εκείνον ακριβώς τον τύπο, που είχε προλάβει να απαντήσει στο ερώτημα «να σηκωθεί κανείς, ή να μη σηκωθεί;» πριν συμβούν όλα αυτά, πέφτοντας σε κώμα! Μια απάντηση που μεταξύ μας, είχε καταφέρει να επηρεάσει  μονάχα τρεις ανθρώπους: τη μάνα του, την πρώην του και το γείτονα.